Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατατόπι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτοποθεσία (συχνά σε σχέση με γνώση τοπογραφίας περιοχής) Βικιλεξικό
    • Η Αλέβ έδειχνε να γνωρίζει τα κατατόπια του σπιτιού. (Γιάννης Ξανθούλης (2008) Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων [μυθιστόρημα])

Ετυμολογία

κατατόπι < μεσαιωνική ελληνική κατατόπι < έκφραση κατά τόπον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατατόπικατατόπια
Γενικήκατατοπιούκατατοπιών
Αιτιατικήκατατόπικατατόπια
Κλητικήκατατόπικατατόπια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →