Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατευθυντικός

/ka.te.fθin.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαπου κατευθύνει την ενέργεια για την οποία είναι προγραμματισμένος Βικιλεξικό
    • αξιοποιούμε την τεχνική του διαχεόμενου φωτός (diffused light) το οποίο καλύπτει σχετικά μεγάλη περιοχή με ασαφή δέσμη φωτός δημιουργώντας απαλές σκιές, το κατευθυντικό (directional light) που φωτίζει σχετικά μικρή περιοχή με ευδιάκριτη δέσμη φωτός δημιουργεί δύσκαμπτες και σαφώς έντονες σκιές

Ετυμολογία

κατευθυντικός < κατευθύν(ω) + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική idirectional

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατευθυντικόςκατευθυντικήκατευθυντικό
Γενικήκατευθυντικούκατευθυντικήςκατευθυντικού
Αιτιατικήκατευθυντικόκατευθυντικήκατευθυντικό
Κλητικήκατευθυντικέκατευθυντικήκατευθυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατευθυντικοίκατευθυντικέςκατευθυντικά
Γενικήκατευθυντικώνκατευθυντικώνκατευθυντικών
Αιτιατικήκατευθυντικούςκατευθυντικέςκατευθυντικά
Κλητικήκατευθυντικοίκατευθυντικέςκατευθυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →