Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπιαστικός

/ko.pça.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί κόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοπιαστικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοπιαστικός Μορφολογικά αναλύεται σε κοπιάζω, κοπιασ- (στη σημασία: καταβάλλω κόπο) + -τικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοπιαστικόςκοπιαστικήκοπιαστικό
Γενικήκοπιαστικούκοπιαστικήςκοπιαστικού
Αιτιατικήκοπιαστικόκοπιαστικήκοπιαστικό
Κλητικήκοπιαστικέκοπιαστικήκοπιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοπιαστικοίκοπιαστικέςκοπιαστικά
Γενικήκοπιαστικώνκοπιαστικώνκοπιαστικών
Αιτιατικήκοπιαστικούςκοπιαστικέςκοπιαστικά
Κλητικήκοπιαστικοίκοπιαστικέςκοπιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →