κοπιαστικός
•
- που προκαλεί κόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπιαστικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοπιαστικός Μορφολογικά αναλύεται σε κοπιάζω, κοπιασ- (στη σημασία: καταβάλλω κόπο) + -τικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπιαστικός | κοπιαστική | κοπιαστικό |
| Γενική | κοπιαστικού | κοπιαστικής | κοπιαστικού |
| Αιτιατική | κοπιαστικό | κοπιαστική | κοπιαστικό |
| Κλητική | κοπιαστικέ | κοπιαστική | κοπιαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπιαστικοί | κοπιαστικές | κοπιαστικά |
| Γενική | κοπιαστικών | κοπιαστικών | κοπιαστικών |
| Αιτιατική | κοπιαστικούς | κοπιαστικές | κοπιαστικά |
| Κλητική | κοπιαστικοί | κοπιαστικές | κοπιαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →