μαγιά
•
- ουσία που περιέχει μύκητες που προκαλούν ζύμωση Βικιλεξικό
- η μαγιά της μπίρας
- μεταφορικάο αρχικός πυρήνας που θα δώσει στο μέλλον μια καινούρια εξέλιξη Βικιλεξικό
- αυτή η μικρή παρέα μουσικών ήταν η μαγιά για τη δημιουργία ενός νέου καλλιτεχνικού ρεύματος
Ετυμολογία
μαγιά < (άμεσο δάνειο) τουρκική maya < περσική مايه (māya)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγιά | — |
| Γενική | μαγιάς | — |
| Αιτιατική | μαγιά | — |
| Κλητική | μαγιά | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →