μεταμορφώνω
•
- αλλάζω την μορφή κάποιου (συνήθως με υπερφυσικό τρόπο) Βικιλεξικό
- Σε ένα παραμύθι, η μάγισσα μεταμόρφωσε τον πρίγκιπα σε βάτραχο
Ετυμολογία
μεταμορφώνω < μεσαιωνική ελληνική μεταμορφώνω < ελληνιστική κοινή μεταμορφόω / μεταμορφῶ < μετά + αρχαία ελληνική μορφή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταμορφώνω | μεταμορφώνεις | μεταμορφώνει | μεταμορφώνουμε | μεταμορφώνετε | μεταμορφώνουν / μεταμορφώνουνε |
| Παρατατικός | μεταμόρφωνα | μεταμόρφωνες | μεταμόρφωνε | μεταμορφώναμε | μεταμορφώνατε | μεταμορφώναν / μεταμορφώνανε / μεταμόρφωναν |
| Αόριστος | μεταμόρφωσα | μεταμόρφωσες | μεταμόρφωσε | μεταμορφώσαμε | μεταμορφώσατε | μεταμορφώσαν / μεταμορφώσανε / μεταμόρφωσαν |
| Μέλλοντας | θα μεταμορφώνω / θα μεταμορφώσω | θα μεταμορφώνεις / θα μεταμορφώσεις | θα μεταμορφώνει / θα μεταμορφώσει | θα μεταμορφώνουμε / θα μεταμορφώσουμε | θα μεταμορφώνετε / θα μεταμορφώσετε | θα μεταμορφώνουν / θα μεταμορφώνουνε / θα μεταμορφώσουν / θα μεταμορφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταμορφώσει | έχεις μεταμορφώσει | έχει μεταμορφώσει | έχουμε μεταμορφώσει | έχετε μεταμορφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταμορφώσει | είχες μεταμορφώσει | είχε μεταμορφώσει | είχαμε μεταμορφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταμορφώσει / να μεταμορφώνω / να μεταμορφώσω | να έχεις μεταμορφώσει / να μεταμορφώνεις / να μεταμορφώσεις | να έχει μεταμορφώσει / να μεταμορφώνει / να μεταμορφώσει | να έχουμε μεταμορφώσει / να μεταμορφώνουμε / να μεταμορφώσουμε | να έχετε μεταμορφώσει / να μεταμορφώνετε / να μεταμορφώσετε | να μεταμορφώνουν / να μεταμορφώνουνε / να μεταμορφώσουν / να μεταμορφώσουνε |
| Προστακτική | — | μεταμόρφωνε / μεταμόρφωσε | — | — | μεταμορφώνετε / μεταμορφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →