Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταμορφώνω

/me.ta.moɾˈfo.no/ρήμα
•
  1. αλλάζω την μορφή κάποιου (συνήθως με υπερφυσικό τρόπο) Βικιλεξικό
    • Σε ένα παραμύθι, η μάγισσα μεταμόρφωσε τον πρίγκιπα σε βάτραχο

Ετυμολογία

μεταμορφώνω < μεσαιωνική ελληνική μεταμορφώνω < ελληνιστική κοινή μεταμορφόω / μεταμορφῶ < μετά + αρχαία ελληνική μορφή

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταμορφώνωμεταμορφώνειςμεταμορφώνειμεταμορφώνουμεμεταμορφώνετεμεταμορφώνουν / μεταμορφώνουνε
Παρατατικόςμεταμόρφωναμεταμόρφωνεςμεταμόρφωνεμεταμορφώναμεμεταμορφώνατεμεταμορφώναν / μεταμορφώνανε / μεταμόρφωναν
Αόριστοςμεταμόρφωσαμεταμόρφωσεςμεταμόρφωσεμεταμορφώσαμεμεταμορφώσατεμεταμορφώσαν / μεταμορφώσανε / μεταμόρφωσαν
Μέλλονταςθα μεταμορφώνω / θα μεταμορφώσωθα μεταμορφώνεις / θα μεταμορφώσειςθα μεταμορφώνει / θα μεταμορφώσειθα μεταμορφώνουμε / θα μεταμορφώσουμεθα μεταμορφώνετε / θα μεταμορφώσετεθα μεταμορφώνουν / θα μεταμορφώνουνε / θα μεταμορφώσουν / θα μεταμορφώσουνε
Παρακείμενοςέχω μεταμορφώσειέχεις μεταμορφώσειέχει μεταμορφώσειέχουμε μεταμορφώσειέχετε μεταμορφώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μεταμορφώσειείχες μεταμορφώσειείχε μεταμορφώσειείχαμε μεταμορφώσει——
Υποτακτικήνα έχω μεταμορφώσει / να μεταμορφώνω / να μεταμορφώσωνα έχεις μεταμορφώσει / να μεταμορφώνεις / να μεταμορφώσειςνα έχει μεταμορφώσει / να μεταμορφώνει / να μεταμορφώσεινα έχουμε μεταμορφώσει / να μεταμορφώνουμε / να μεταμορφώσουμενα έχετε μεταμορφώσει / να μεταμορφώνετε / να μεταμορφώσετενα μεταμορφώνουν / να μεταμορφώνουνε / να μεταμορφώσουν / να μεταμορφώσουνε
Προστακτική—μεταμόρφωνε / μεταμόρφωσε——μεταμορφώνετε / μεταμορφώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →