μετατοπίζω
•
- μεταβατικότοποθετώ σε άλλο σημείο, αλλάζω τη θέση Βικιλεξικό
- άγνωστοι μετατόπισαν το άγαλμα
- μεταβατικόαναγκάζω κάποιον να αλλάξει περιοχή Βικιλεξικό
- η αστυνομία μετατόπισε τους κατοίκους του χωριού λόγω κινδύνου κατολίσθησης
- οι εισβολείς μετατόπισαν τους γηγενείς πληθυσμούς
Ετυμολογία
μετατοπίζω < μετα- + τόπος + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déplacer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετατοπίζω | μετατοπίζεις | μετατοπίζει | μετατοπίζουμε | μετατοπίζετε | μετατοπίζουν / μετατοπίζουνε |
| Παρατατικός | μετατόπιζα | μετατόπιζες | μετατόπιζε | μετατοπίζαμε | μετατοπίζατε | μετατοπίζαν / μετατοπίζανε / μετατόπιζαν |
| Αόριστος | μετατόπισα | μετατόπισες | μετατόπισε | μετατοπίσαμε | μετατοπίσατε | μετατοπίσαν / μετατοπίσανε / μετατόπισαν |
| Μέλλοντας | θα μετατοπίζω / θα μετατοπίσω | θα μετατοπίζεις / θα μετατοπίσεις | θα μετατοπίζει / θα μετατοπίσει | θα μετατοπίζουμε / θα μετατοπίσουμε | θα μετατοπίζετε / θα μετατοπίσετε | θα μετατοπίζουν / θα μετατοπίζουνε / θα μετατοπίσουν / θα μετατοπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετατοπίσει | έχεις μετατοπίσει | έχει μετατοπίσει | έχουμε μετατοπίσει | έχετε μετατοπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετατοπίσει | είχες μετατοπίσει | είχε μετατοπίσει | είχαμε μετατοπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετατοπίσει / να μετατοπίζω / να μετατοπίσω | να έχεις μετατοπίσει / να μετατοπίζεις / να μετατοπίσεις | να έχει μετατοπίσει / να μετατοπίζει / να μετατοπίσει | να έχουμε μετατοπίσει / να μετατοπίζουμε / να μετατοπίσουμε | να έχετε μετατοπίσει / να μετατοπίζετε / να μετατοπίσετε | να μετατοπίζουν / να μετατοπίζουνε / να μετατοπίσουν / να μετατοπίσουνε |
| Προστακτική | — | μετατόπιζε / μετατόπισε | — | — | μετατοπίζετε / μετατοπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →