νοικοκυρεύομαι
•
- σταματώ τις σπατάλες, διαχειρίζομαι με σύνεση τα οικονομικά μου Βικιλεξικό
- δημιουργώ τη δική μου οικογένεια Βικιλεξικό
- Θέλω να νοικοκυρευτώ, όχι σπίτωμα αλλά στεφάνωμα. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)
- ζω οικογενειακή ζωή Βικιλεξικό
- Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ (Χριστίνα Πουλίδου, Ανω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Ετυμολογία
νοικοκυρεύομαι < νοικοκυρεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →