Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλικάρι

/pa.liˈka.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο έφηβος ή ο νεαρός άνδρας Βικιλεξικό
  2. ο όμορφος και σφριγηλός άνδρας Βικιλεξικό
  3. ο γενναίος, αυτός που αντιμετωπίζει τους κινδύνους και τις αντιξοότητες με θάρρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλικάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παλληκάρι(ν) και με ορθογραφική απλοποίηση παλικάρι (& παλληκάριον) < ελληνιστική κοινή παλλικάριον, υποκοριστικό του πάλληξ < πάλλαξ (πολύ νεαρός έφηβος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλικάριπαλικάρια
Γενικήπαλικαριούπαλικαριών
Αιτιατικήπαλικάριπαλικάρια
Κλητικήπαλικάριπαλικάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →