Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παχουλός

/pa.xuˈlos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κάπως παχύς, ελαφρώς ευτραφής Βικιλεξικό
    • Η μία παχουλή, ροδομάγουλη, η άλλη απεναντίας εύθραυστη, λεπτοκόκαλη με πελώρια μάτια και μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες (Ντίνος Οικονόμου, Η πλαγιά με τα νίφαστρα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 15)
    • Κι από τον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας να μας ρίξεις, είμαστε τόσο εύκαμπτες, που ξαναρχόμαστε στα ίσα μας στον αέρα και προσαράζουμε πάνω στις παχουλές μας πατούσες, που απορροφούν όλους τους κραδασμούς. Εσείς θα σπάζατε όλα τα κόκαλά σας, εμείς όχι. Και λοιπόν, τι; Ήταν σωστό να με βάζει να κάνω εγώ τον καραγκιόζη-ακροβάτη για να γελάνε οι καλεσμένοι της;

Ετυμολογία

παχουλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παχυλός με τροπή [i] > [u] : Κατ' άλλη άποψη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παχουλός < παχ(ύς) + -ουλός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαχουλόςπαχουλήπαχουλό
Γενικήπαχουλούπαχουλήςπαχουλού
Αιτιατικήπαχουλόπαχουλήπαχουλό
Κλητικήπαχουλέπαχουλήπαχουλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαχουλοίπαχουλέςπαχουλά
Γενικήπαχουλώνπαχουλώνπαχουλών
Αιτιατικήπαχουλούςπαχουλέςπαχουλά
Κλητικήπαχουλοίπαχουλέςπαχουλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →