πειθαρχημένος
•
- αυτός που δείχνει αυτοπειθαρχία, που λειτουργεί με σύστημα, πρόγραμμα, οργανωμένα, με αυτοσυγκράτηση, κανόνες και όρια όχι αυθόρμητα και παρορμητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειθαρχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πειθαρχώ (πείθομαι στις αρχές)
Άλλοι τύποι
πειθαρχημέναπειθαρχημένεπειθαρχημένεςπειθαρχημένηπειθαρχημένηςπειθαρχημένοπειθαρχημένοιπειθαρχημένοςπειθαρχημένουπειθαρχημένουςπειθαρχημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →