περικυκλώνω
•
- κυκλώνω από τριγύρω, από παντού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περικυκλώνω < αρχαία ελληνική περικυκλόω / περικυκλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περικυκλώνω | περικυκλώνεις | περικυκλώνει | περικυκλώνουμε | περικυκλώνετε | περικυκλώνουν / περικυκλώνουνε |
| Παρατατικός | περικύκλωνα | περικύκλωνες | περικύκλωνε | περικυκλώναμε | περικυκλώνατε | περικυκλώναν / περικυκλώνανε / περικύκλωναν |
| Αόριστος | περικύκλωσα | περικύκλωσες | περικύκλωσε | περικυκλώσαμε | περικυκλώσατε | περικυκλώσαν / περικυκλώσανε / περικύκλωσαν |
| Μέλλοντας | θα περικυκλώνω / θα περικυκλώσω | θα περικυκλώνεις / θα περικυκλώσεις | θα περικυκλώνει / θα περικυκλώσει | θα περικυκλώνουμε / θα περικυκλώσουμε | θα περικυκλώνετε / θα περικυκλώσετε | θα περικυκλώνουν / θα περικυκλώνουνε / θα περικυκλώσουν / θα περικυκλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περικυκλώσει | έχεις περικυκλώσει | έχει περικυκλώσει | έχουμε περικυκλώσει | έχετε περικυκλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περικυκλώσει | είχες περικυκλώσει | είχε περικυκλώσει | είχαμε περικυκλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περικυκλώσει / να περικυκλώνω / να περικυκλώσω | να έχεις περικυκλώσει / να περικυκλώνεις / να περικυκλώσεις | να έχει περικυκλώσει / να περικυκλώνει / να περικυκλώσει | να έχουμε περικυκλώσει / να περικυκλώνουμε / να περικυκλώσουμε | να έχετε περικυκλώσει / να περικυκλώνετε / να περικυκλώσετε | να περικυκλώνουν / να περικυκλώνουνε / να περικυκλώσουν / να περικυκλώσουνε |
| Προστακτική | — | περικύκλωνε / περικύκλωσε | — | — | περικυκλώνετε / περικυκλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →