ρητός
•
- που έχει ειπωθεί, που έχει ορισθεί κατηγορηματικά και με σαφήνεια Βικιλεξικό
- σου το απαγόρευσα ρητά
Ετυμολογία
ρητός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥητός < → δείτε εἴρω : για τα μαθηματικά < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rationnel
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρητός | ρητή | ρητό |
| Γενική | ρητού | ρητής | ρητού |
| Αιτιατική | ρητό | ρητή | ρητό |
| Κλητική | ρητέ | ρητή | ρητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρητοί | ρητές | ρητά |
| Γενική | ρητών | ρητών | ρητών |
| Αιτιατική | ρητούς | ρητές | ρητά |
| Κλητική | ρητοί | ρητές | ρητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →