συναισθάνομαι
•
- αισθάνομαι πλήρως μια (συνήθως δυσάρεστη) κατάσταση που αφορά εμένα ή κάποιον άλλο, την αντιλαμβάνομαι και τη νιώθω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναισθάνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναισθάνομαι < συν- + αἰσθάνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναισθάνομαι | συναισθάνεσαι | συναισθάνεται | συναισθανόμαστε | συναισθάνεστε | συναισθάνονται |
| Παρατατικός | συναισθανόμουν / συναισθανόμουνα | συναισθανόσουν / συναισθανόσουνα | συναισθανόταν / συναισθανότανε | συναισθανόμασταν / συναισθανόμαστε | συναισθανόσασταν / συναισθανόσαστε | συναισθάνονταν / συναισθανόντουσαν |
| Αόριστος | συναισθάνθηκα | συναισθάνθηκες | συναισθάνθηκε | συναισθανθήκαμε | συναισθανθήκατε | συναισθάνθηκαν / συναισθανθήκαν / συναισθανθήκανε |
| Μέλλοντας | θα συναισθάνομαι / θα συναισθανθώ | θα συναισθάνεσαι / θα συναισθανθείς | θα συναισθάνεται / θα συναισθανθεί | θα συναισθανθούμε / θα συναισθανόμαστε | θα συναισθάνεστε / θα συναισθανθείτε | θα συναισθάνονται / θα συναισθανθούν / θα συναισθανθούνε |
| Παρακείμενος | έχω συναισθανθεί | έχεις συναισθανθεί | έχει συναισθανθεί | έχουμε συναισθανθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναισθανθεί | είχες συναισθανθεί | είχε συναισθανθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναισθανθεί / να συναισθάνομαι / να συναισθανθώ | να έχεις συναισθανθεί / να συναισθάνεσαι / να συναισθανθείς | να έχει συναισθανθεί / να συναισθάνεται / να συναισθανθεί | να έχουμε συναισθανθεί / να συναισθανθούμε / να συναισθανόμαστε | να συναισθάνεστε / να συναισθανθείτε | να συναισθάνονται / να συναισθανθούν / να συναισθανθούνε |
| Προστακτική | — | συναισθάνσου | — | — | συναισθάνεστε / συναισθανθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →