σχολικός
•
- σχετικός με το σχολείο ή τους μαθητές Βικιλεξικό
- σχολική χορωδία, σχολική εκδρομή
- κατάλληλος για μαθητές Βικιλεξικό
- σχολικά βιβλία, σχολικά είδη
Ετυμολογία
σχολικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχολικός (κατάλληλος για φιλοσοφικές ασχολίες) < σχολ(εῖον( + -ικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική scholaire < υστερολατινική scholaris < αρχαία ελληνική σχολή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολικός | σχολική | σχολικό |
| Γενική | σχολικού | σχολικής | σχολικού |
| Αιτιατική | σχολικό | σχολική | σχολικό |
| Κλητική | σχολικέ | σχολική | σχολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολικοί | σχολικές | σχολικά |
| Γενική | σχολικών | σχολικών | σχολικών |
| Αιτιατική | σχολικούς | σχολικές | σχολικά |
| Κλητική | σχολικοί | σχολικές | σχολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →