Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχολικός

/sxo.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το σχολείο ή τους μαθητές Βικιλεξικό
    • σχολική χορωδία, σχολική εκδρομή
  2. κατάλληλος για μαθητές Βικιλεξικό
    • σχολικά βιβλία, σχολικά είδη

Ετυμολογία

σχολικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχολικός (κατάλληλος για φιλοσοφικές ασχολίες) < σχολ(εῖον( + -ικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική scholaire < υστερολατινική scholaris < αρχαία ελληνική σχολή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχολικόςσχολικήσχολικό
Γενικήσχολικούσχολικήςσχολικού
Αιτιατικήσχολικόσχολικήσχολικό
Κλητικήσχολικέσχολικήσχολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχολικοίσχολικέςσχολικά
Γενικήσχολικώνσχολικώνσχολικών
Αιτιατικήσχολικούςσχολικέςσχολικά
Κλητικήσχολικοίσχολικέςσχολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →