τενεκές
•
- ο λευκοσίδηρος (επικασσιτερωμένος σίδηρος) Βικιλεξικό
- Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)
- το δοχείο από τενεκέ όγκου 18 λίτρων Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε δοχείο από τενεκέ Βικιλεξικό
- το περιεχόμενο ενός τενεκέ Βικιλεξικό
- μεταλλικό (παλαιότερα αλλά τώρα μπορεί να είναι και πλαστικό) δοχείο σκουπιδιών Βικιλεξικό
- μεταφορικάκακής ποιότητας μέταλλο ή αντικείμενο από κακής ποιότητας μέταλλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος χωρίς σχεδόν καμία από τις γνώσεις ή τις πνευματικές ικανότητες που χρειάζονται για μια δουλειά Βικιλεξικό
- καὶ μέσα 'στὴν Ἀνατολή καὶ μὲς 'στὴν Ἑσπερία / καὶ σήμερα 'μιλοῦν παντοῦ γιὰ 'μᾶς τοὺς ρεμπεσκέδες, / ποῦ μᾶς θαρροῦσαν φρόκαλα καὶ πρώτους τενεκέδες.
Ετυμολογία
τενεκές < (άμεσο δάνειο) τουρκική teneke + -ς < περσική تنکه (tanaka, φύλλο μετάλλου)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τενεκές | τενεκέδες |
| Γενική | τενεκέ | τενεκέδων |
| Αιτιατική | τενεκέ | τενεκέδες |
| Κλητική | τενεκέ | τενεκέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →