τζιμάνι
•
- λαϊκότροποέξυπνος, ικανός και καταφερτζής άνθρωπος Βικιλεξικό
- είναι παιδί τζιμάνι
- τα τζιμάνια τη βγάζουν πάντα πέρα
Ετυμολογία
τζιμάνι < τζιμάλι / τζεμάλι < τουρκική cemal (ομορφιά, κάλλος) < αραβική جمال (jamāl, ομορφιά) < جمل (jamula, ομορφαίνω) < ρίζα ج م ل (j-m-l)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιμάνι | τζιμάνια |
| Γενική | τζιμανιού | τζιμανιών |
| Αιτιατική | τζιμάνι | τζιμάνια |
| Κλητική | τζιμάνι | τζιμάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →