Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τορπιλίζω

/toɾ.piˈli.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόχτυπώ χρησιμοποιώντας τορπίλη Βικιλεξικό
    • ο στόλος τορπίλισε το εχθρικό υποβρύχιο, με αποτέλεσμα να βυθιστεί.
  2. μεταφορικάεμποδίζω με δόλιες ενέργειες να πραγματοποιηθεί κάτι Βικιλεξικό
    • ο πολιτικός επέλεξε να τορπιλίσει τις συνομιλίες με το αντίπαλο κόμμα, ώστε να παραταθεί η πολιτική αβεβαιότητα.
    • Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)

Ετυμολογία

τορπιλίζω < από το ουσιαστικό τορπίλη + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτορπιλίζωτορπιλίζειςτορπιλίζειτορπιλίζουμετορπιλίζετετορπιλίζουν / τορπιλίζουνε
Παρατατικόςτορπίλιζατορπίλιζεςτορπίλιζετορπιλίζαμετορπιλίζατετορπίλιζαν / τορπιλίζαν / τορπιλίζανε
Αόριστοςτορπίλισατορπίλισεςτορπίλισετορπιλίσαμετορπιλίσατετορπίλισαν / τορπιλίσαν / τορπιλίσανε
Μέλλονταςθα τορπιλίζω / θα τορπιλίσωθα τορπιλίζεις / θα τορπιλίσειςθα τορπιλίζει / θα τορπιλίσειθα τορπιλίζουμε / θα τορπιλίσουμεθα τορπιλίζετε / θα τορπιλίσετεθα τορπιλίζουν / θα τορπιλίζουνε / θα τορπιλίσουν / θα τορπιλίσουνε
Παρακείμενοςέχω τορπιλίσειέχεις τορπιλίσειέχει τορπιλίσειέχουμε τορπιλίσειέχετε τορπιλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τορπιλίσειείχες τορπιλίσειείχε τορπιλίσειείχαμε τορπιλίσει——
Υποτακτικήνα έχω τορπιλίσει / να τορπιλίζω / να τορπιλίσωνα έχεις τορπιλίσει / να τορπιλίζεις / να τορπιλίσειςνα έχει τορπιλίσει / να τορπιλίζει / να τορπιλίσεινα έχουμε τορπιλίσει / να τορπιλίζουμε / να τορπιλίσουμενα έχετε τορπιλίσει / να τορπιλίζετε / να τορπιλίσετενα τορπιλίζουν / να τορπιλίζουνε / να τορπιλίσουν / να τορπιλίσουνε
Προστακτική—τορπίλιζε / τορπίλισε——τορπιλίζετε / τορπιλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →