υπερούσιος
•
- λόγιοπου είναι πάνω και πέρα από την ουσία, την ύλη, που δεν γίνεται κατανοητός με τις αισθήσεις Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο θεός (συνήθως με κεφαλαίο αρχικό: Υπερούσιος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερούσιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπερούσιος < αρχαία ελληνική ὑπέρ + οὐσία < εἰμί
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερούσιος | υπερούσια | υπερούσιο |
| Γενική | υπερούσιου | υπερούσιας | υπερούσιου |
| Αιτιατική | υπερούσιο | υπερούσια | υπερούσιο |
| Κλητική | υπερούσιε | υπερούσια | υπερούσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερούσιοι | υπερούσιες | υπερούσια |
| Γενική | υπερούσιων | υπερούσιων | υπερούσιων |
| Αιτιατική | υπερούσιους | υπερούσιες | υπερούσια |
| Κλητική | υπερούσιοι | υπερούσιες | υπερούσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →