Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερούσιος

/i.peˈɾu.si.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι πάνω και πέρα από την ουσία, την ύλη, που δεν γίνεται κατανοητός με τις αισθήσεις Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο θεός (συνήθως με κεφαλαίο αρχικό: Υπερούσιος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερούσιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπερούσιος < αρχαία ελληνική ὑπέρ + οὐσία < εἰμί

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερούσιοςυπερούσιαυπερούσιο
Γενικήυπερούσιουυπερούσιαςυπερούσιου
Αιτιατικήυπερούσιουπερούσιαυπερούσιο
Κλητικήυπερούσιευπερούσιαυπερούσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερούσιοιυπερούσιεςυπερούσια
Γενικήυπερούσιωνυπερούσιωνυπερούσιων
Αιτιατικήυπερούσιουςυπερούσιεςυπερούσια
Κλητικήυπερούσιοιυπερούσιεςυπερούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →