Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφοδεύω

/a.foˈðe.vo/ρήμα
•
  1. λόγιοαποβάλλω τα υπολείμματα της πέψης από το σώμα μου Βικιλεξικό
    • Οι ελέφαντες, οι αντιλόπες και τα άλογα είναι μεταξύ των σύγχρονων ζώων που αφοδεύουν σε συγκεκριμένα – προκαθορισμένα από την ομάδα τους – σημεία. Με τον τρόπο αυτόν οριοθετούν την περιοχή τους αλλά μειώνουν και τις πιθανότητες εξάπλωσης παρασίτων. (tovima.gr)

Ετυμολογία

αφοδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφοδεύω < ἀπό(ἀφ-) + ὁδεύω < ὁδός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sodos

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαφοδεύωαφοδεύειςαφοδεύειαφοδεύουμεαφοδεύετεαφοδεύουν / αφοδεύουνε
Παρατατικόςαφόδευααφόδευεςαφόδευεαφοδεύαμεαφοδεύατεαφοδεύαν / αφοδεύανε / αφόδευαν
Αόριστοςαφόδευσααφόδευσεςαφόδευσεαφοδεύσαμεαφοδεύσατεαφοδεύσαν / αφοδεύσανε / αφόδευσαν
Μέλλονταςθα αφοδεύσω / θα αφοδεύωθα αφοδεύεις / θα αφοδεύσειςθα αφοδεύει / θα αφοδεύσειθα αφοδεύουμε / θα αφοδεύσουμεθα αφοδεύετε / θα αφοδεύσετεθα αφοδεύουν / θα αφοδεύουνε / θα αφοδεύσουν / θα αφοδεύσουνε
Παρακείμενοςέχω αφοδεύσειέχεις αφοδεύσειέχει αφοδεύσειέχουμε αφοδεύσειέχετε αφοδεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αφοδεύσειείχες αφοδεύσειείχε αφοδεύσειείχαμε αφοδεύσει——
Υποτακτικήνα έχω αφοδεύσει / να αφοδεύσω / να αφοδεύωνα έχεις αφοδεύσει / να αφοδεύεις / να αφοδεύσειςνα έχει αφοδεύσει / να αφοδεύει / να αφοδεύσεινα έχουμε αφοδεύσει / να αφοδεύουμε / να αφοδεύσουμενα έχετε αφοδεύσει / να αφοδεύετε / να αφοδεύσετενα αφοδεύουν / να αφοδεύουνε / να αφοδεύσουν / να αφοδεύσουνε
Προστακτική—αφόδευε / αφόδευσε——αφοδεύετε / αφοδεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ἀφοδεύω

ρήμα
•
  1. πολυτονική γραφή του αφοδεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἀφοδεύω < αρχαία ελληνική ἀφοδεύω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →