αφοδεύω
•
- λόγιοαποβάλλω τα υπολείμματα της πέψης από το σώμα μου Βικιλεξικό
- Οι ελέφαντες, οι αντιλόπες και τα άλογα είναι μεταξύ των σύγχρονων ζώων που αφοδεύουν σε συγκεκριμένα – προκαθορισμένα από την ομάδα τους – σημεία. Με τον τρόπο αυτόν οριοθετούν την περιοχή τους αλλά μειώνουν και τις πιθανότητες εξάπλωσης παρασίτων. (tovima.gr)
Ετυμολογία
αφοδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφοδεύω < ἀπό(ἀφ-) + ὁδεύω < ὁδός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sodos
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφοδεύω | αφοδεύεις | αφοδεύει | αφοδεύουμε | αφοδεύετε | αφοδεύουν / αφοδεύουνε |
| Παρατατικός | αφόδευα | αφόδευες | αφόδευε | αφοδεύαμε | αφοδεύατε | αφοδεύαν / αφοδεύανε / αφόδευαν |
| Αόριστος | αφόδευσα | αφόδευσες | αφόδευσε | αφοδεύσαμε | αφοδεύσατε | αφοδεύσαν / αφοδεύσανε / αφόδευσαν |
| Μέλλοντας | θα αφοδεύσω / θα αφοδεύω | θα αφοδεύεις / θα αφοδεύσεις | θα αφοδεύει / θα αφοδεύσει | θα αφοδεύουμε / θα αφοδεύσουμε | θα αφοδεύετε / θα αφοδεύσετε | θα αφοδεύουν / θα αφοδεύουνε / θα αφοδεύσουν / θα αφοδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφοδεύσει | έχεις αφοδεύσει | έχει αφοδεύσει | έχουμε αφοδεύσει | έχετε αφοδεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφοδεύσει | είχες αφοδεύσει | είχε αφοδεύσει | είχαμε αφοδεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφοδεύσει / να αφοδεύσω / να αφοδεύω | να έχεις αφοδεύσει / να αφοδεύεις / να αφοδεύσεις | να έχει αφοδεύσει / να αφοδεύει / να αφοδεύσει | να έχουμε αφοδεύσει / να αφοδεύουμε / να αφοδεύσουμε | να έχετε αφοδεύσει / να αφοδεύετε / να αφοδεύσετε | να αφοδεύουν / να αφοδεύουνε / να αφοδεύσουν / να αφοδεύσουνε |
| Προστακτική | — | αφόδευε / αφόδευσε | — | — | αφοδεύετε / αφοδεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →