καλοκαιρινός
•
- που έχει σχέση με το καλοκαίρι, αναφέρεται σ’ αυτό, συμβαίνει κατά τη διάρκειά του ή χρησιμοποιείται το καλοκαίρι Βικιλεξικό
- Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1967, σελ. 116)
- ουσιαστικοποιημένοκαλοκαιρινά: ρούχα που φοριούνται κυρίως το καλοκαίρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοκαιρινός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλοκαιρινός < καλοκαίρι(ν) < καλοκαίριον < καλός + αρχαία ελληνική καιρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοκαιρινός | καλοκαιρινή | καλοκαιρινό |
| Γενική | καλοκαιρινού | καλοκαιρινής | καλοκαιρινού |
| Αιτιατική | καλοκαιρινό | καλοκαιρινή | καλοκαιρινό |
| Κλητική | καλοκαιρινέ | καλοκαιρινή | καλοκαιρινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοκαιρινοί | καλοκαιρινές | καλοκαιρινά |
| Γενική | καλοκαιρινών | καλοκαιρινών | καλοκαιρινών |
| Αιτιατική | καλοκαιρινούς | καλοκαιρινές | καλοκαιρινά |
| Κλητική | καλοκαιρινοί | καλοκαιρινές | καλοκαιρινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →