ψαλίδα
•
- μεγεθυντικόμεγάλο ψαλίδι όπως αυτό του κηπουρού Βικιλεξικό
- βοτανικήο έλικας του αμπελιού κι άλλων αναρριχητικών φυτών Βικιλεξικό
- ζώοη σαρανταποδαρούσα Βικιλεξικό
- έντομομικρό έντομο που στο πίσω μέρος της κοιλιάς του έχει δύο σκληρές κι αιχμηρές λαβίδες Βικιλεξικό
- κομμωτικήασθένεια των τριχών της κεφαλής κατά την οποία οι άκρες τους σχίζονται στα δύο και δεν αναπτύσσονται άλλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαφορά ανάμεσα σε δύο μετρήσιμα μεγέθη Βικιλεξικό
- πτηνόείδος πουλιού Βικιλεξικό
- ανατομίασύνδεσμος των ημισφαιρίων του εγκεφάλου που βρίσκεται κάτω από το μεσολόβιο και έχει το σχήμα ψαλιδιού Βικιλεξικό
- Η ψαλίδα αποτελείται από 2 ταινίες που ενώνονται στη μέση και σχηματίζουν το σώμα της ψαλίδας και απομακρύνονται στα άκρα για να σχηματίσουν τα πρόσθια και οπίσθια σκέλη της ψαλίδας.
- λατινικός όρος: fornix (αψίδα, καμάρα). Για άλλα όργανα παρόμοια με ψαλίδι fornix (αποσαφήνιση) στην αγγλική Βικιπαίδεια
Ετυμολογία
ψαλίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψαλίδα < αρχαία ελληνική ψαλίς άγνωστης ετυμολογίας :* μεγάλο ψαλίδι και μεταφορική έννοια < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική scissors
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαλίδα | ψαλίδες |
| Γενική | ψαλίδας | ψαλίδων |
| Αιτιατική | ψαλίδα | ψαλίδες |
| Κλητική | ψαλίδα | ψαλίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →