Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφθαρσία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάτι (ή κάποιος) άφθαρτο(ς), να μην φθείρεται, αλλά να διατηρεί την αρχική του κατάσταση ή ιδιότητες αναλλοίωτες, παρ’ όλο το πέρασμα του χρόνου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφθαρσία < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφθαρσίααφθαρσίες
Γενικήαφθαρσίαςαφθαρσιών
Αιτιατικήαφθαρσίααφθαρσίες
Κλητικήαφθαρσίααφθαρσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →