Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρύθυμος

/vaˈɾi.θi.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν βρίσκεται σε καλή ψυχολογική κατάσταση Βικιλεξικό
    • Ήταν βαρύθυμος με μάτια τόσο κόκκινα και πρησμένα σαν να 'χε κλάψει ώρες. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
    • Το κοινό βέβαια ήταν κάπως ανομοιογενές, γιατί δίπλα στους «γιεγιέδες» καθόντουσαν οι δικοί μας βαρύθυμοι και όλο γκρίνια. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

βαρύθυμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαρύθυμος < βαρύ- + θυμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρύθυμοςβαρύθυμηβαρύθυμο
Γενικήβαρύθυμουβαρύθυμηςβαρύθυμου
Αιτιατικήβαρύθυμοβαρύθυμηβαρύθυμο
Κλητικήβαρύθυμεβαρύθυμηβαρύθυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρύθυμοιβαρύθυμεςβαρύθυμα
Γενικήβαρύθυμωνβαρύθυμωνβαρύθυμων
Αιτιατικήβαρύθυμουςβαρύθυμεςβαρύθυμα
Κλητικήβαρύθυμοιβαρύθυμεςβαρύθυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →