γελάω
•
- μόνον στην ενεργητική φωνήαντιδρώ με γέλιο, με χαρά Βικιλεξικό
- Είπαμε ανέκδοτα και γελάσαμε με την ψυχή μας.
- μόνον στην ενεργητική φωνήαντιδρώ με γέλιο, με χαρά Βικιλεξικό
- Γελούσαν και τα μάτια του όταν τη συναντούσε.
- μόνον στην ενεργητική φωνήαντιδρώ με γέλιο, με χαρά Βικιλεξικό
- Μ' αυτά τα ρούχα θα βγεις έξω; Θα γελάει όλος ο κόσμος μαζί σου.
- ενεργητική και παθητική φωνήεξαπατώ, κάνω λάθος Βικιλεξικό
- —Πού είναι η οδός Αστυδάμαντος; —Θα σε γελάσω.
- Γελιέσαι αν νομίζεις ότι θα σε συγχωρήσω.
- ενεργητική και παθητική φωνήεξαπατώ, κάνω λάθος Βικιλεξικό
- Πήγε ν' αγοράσει ένα στερεοφωνικό αλλά τον γελάσανε και του πούλησαν μια μαϊμού.
Ετυμολογία
γελάω < γελ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γελῶ, συνηρημένος τύπος του γελάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵelh₂-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γελάω / γελώ | γελάς | γελά / γελάει | γελάμε / γελούμε | γελάτε | γελάν / γελάνε / γελούν / γελούνε |
| Παρατατικός | γέλαγα / γελούσα | γέλαγες / γελούσες | γέλαγε / γελούσε | γελάγαμε / γελούσαμε | γελάγατε / γελούσατε | γέλαγαν / γελάγανε / γελούσαν / γελούσανε |
| Αόριστος | γέλασα | γέλασες | γέλασε | γελάσαμε | γελάσατε | — |
| Μέλλοντας | θα γελάσω / θα γελάω / θα γελώ | θα γελάς / θα γελάσεις | θα γελά / θα γελάει / θα γελάσει | θα γελάμε / θα γελάσουμε / θα γελούμε | θα γελάσετε / θα γελάτε | θα γελάν / θα γελάνε / θα γελούν / θα γελούνε |
| Υποτακτική | να γελάσω / να γελάω / να γελώ | να γελάς / να γελάσεις | να γελά / να γελάει / να γελάσει | να γελάμε / να γελάσουμε / να γελούμε | να γελάσετε / να γελάτε | να γελάν / να γελάνε / να γελούν / να γελούνε |
| Προστακτική | — | γέλα / γέλαγε / γέλασε | — | — | γελάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γελάστηκαγελιέμαιγελάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →