Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γελάω

/ʝeˈla.o/ρήμα
•
  1. μόνον στην ενεργητική φωνήαντιδρώ με γέλιο, με χαρά Βικιλεξικό
    • Είπαμε ανέκδοτα και γελάσαμε με την ψυχή μας.
  2. μόνον στην ενεργητική φωνήαντιδρώ με γέλιο, με χαρά Βικιλεξικό
    • Γελούσαν και τα μάτια του όταν τη συναντούσε.
  3. μόνον στην ενεργητική φωνήαντιδρώ με γέλιο, με χαρά Βικιλεξικό
    • Μ' αυτά τα ρούχα θα βγεις έξω; Θα γελάει όλος ο κόσμος μαζί σου.
  4. ενεργητική και παθητική φωνήεξαπατώ, κάνω λάθος Βικιλεξικό
    • —Πού είναι η οδός Αστυδάμαντος; —Θα σε γελάσω.
    • Γελιέσαι αν νομίζεις ότι θα σε συγχωρήσω.
  5. ενεργητική και παθητική φωνήεξαπατώ, κάνω λάθος Βικιλεξικό
    • Πήγε ν' αγοράσει ένα στερεοφωνικό αλλά τον γελάσανε και του πούλησαν μια μαϊμού.

Ετυμολογία

γελάω < γελ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γελῶ, συνηρημένος τύπος του γελάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵelh₂-

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγελάω / γελώγελάςγελά / γελάειγελάμε / γελούμεγελάτεγελάν / γελάνε / γελούν / γελούνε
Παρατατικόςγέλαγα / γελούσαγέλαγες / γελούσεςγέλαγε / γελούσεγελάγαμε / γελούσαμεγελάγατε / γελούσατεγέλαγαν / γελάγανε / γελούσαν / γελούσανε
Αόριστοςγέλασαγέλασεςγέλασεγελάσαμεγελάσατε—
Μέλλονταςθα γελάσω / θα γελάω / θα γελώθα γελάς / θα γελάσειςθα γελά / θα γελάει / θα γελάσειθα γελάμε / θα γελάσουμε / θα γελούμεθα γελάσετε / θα γελάτεθα γελάν / θα γελάνε / θα γελούν / θα γελούνε
Υποτακτικήνα γελάσω / να γελάω / να γελώνα γελάς / να γελάσειςνα γελά / να γελάει / να γελάσεινα γελάμε / να γελάσουμε / να γελούμενα γελάσετε / να γελάτενα γελάν / να γελάνε / να γελούν / να γελούνε
Προστακτική—γέλα / γέλαγε / γέλασε——γελάτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

γελάστηκαγελιέμαιγελάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →