διαβαίνω
•
- για τόποπερνώ, διασχίζω Βικιλεξικό
- Το Μαράκι στη γωνιά θα συναντήση,
- τον καλό της, η Κική θα τον προσμένη
- να φανή, την Πόπη κάποιος θα τολμήση
- το κατόπι της να πάρη, ενώ διαβαίνει.
- Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο. Φορτωμένη μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες, σκλάβα σέρνεται στοὺς τόπους ποῦ κριμάτισε, θρηνολογεῖ καὶ δέρνεται βαρύγνωμη καὶ ἀλύτρωτη πάντα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
- εκφράσεις: παίρνω στο κατόπι, τοκατόπι
- για χρόνοπερνώ Βικιλεξικό
- γενικότεραπερνώ, παύω, τελειώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική διαβαίνω (αρχική σημασία: στέκομαι με τα πόδια ανοιχτά)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαβαίνω | διαβαίνεις | διαβαίνει | διαβαίνουμε | διαβαίνετε | διαβαίνουν / διαβαίνουνε |
| Παρατατικός | διάβαινα | διάβαινες | διάβαινε | διαβαίναμε | διαβαίνατε | διάβαιναν / διαβαίναν / διαβαίνανε |
| Αόριστος | διάβηκα | διάβηκες | διάβηκε | διαβήκαμε | διαβήκατε | διάβηκαν / διαβήκαν / διαβήκανε |
| Μέλλοντας | θα διαβαίνω / θα διαβώ | θα διαβαίνεις / θα διαβείς | θα διαβαίνει / θα διαβεί | θα διαβαίνουμε / θα διαβούμε | θα διαβαίνετε / θα διαβείτε | θα διαβαίνουν / θα διαβαίνουνε / θα διαβούν / θα διαβούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαβεί | έχεις διαβεί | έχει διαβεί | έχουμε διαβεί | έχετε διαβεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαβεί | είχες διαβεί | είχε διαβεί | είχαμε διαβεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαβεί / να διαβαίνω / να διαβώ | να έχεις διαβεί / να διαβαίνεις / να διαβείς | να έχει διαβεί / να διαβαίνει / να διαβεί | να έχουμε διαβεί / να διαβαίνουμε / να διαβούμε | να έχετε διαβεί / να διαβαίνετε / να διαβείτε | να διαβαίνουν / να διαβαίνουνε / να διαβούν / να διαβούνε |
| Προστακτική | — | διάβα / διάβαινε | — | — | διαβαίνετε / διαβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →