Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβαίνω

/ðʝaˈve.no/ρήμα
•
  1. για τόποπερνώ, διασχίζω Βικιλεξικό
    • Το Μαράκι στη γωνιά θα συναντήση,
    • τον καλό της, η Κική θα τον προσμένη
    • να φανή, την Πόπη κάποιος θα τολμήση
    • το κατόπι της να πάρη, ενώ διαβαίνει.
    • Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο. Φορτωμένη μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες, σκλάβα σέρνεται στοὺς τόπους ποῦ κριμάτισε, θρηνολογεῖ καὶ δέρνεται βαρύγνωμη καὶ ἀλύτρωτη πάντα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
    • εκφράσεις: παίρνω στο κατόπι, τοκατόπι
  2. για χρόνοπερνώ Βικιλεξικό
  3. γενικότεραπερνώ, παύω, τελειώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική διαβαίνω (αρχική σημασία: στέκομαι με τα πόδια ανοιχτά)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαβαίνωδιαβαίνειςδιαβαίνειδιαβαίνουμεδιαβαίνετεδιαβαίνουν / διαβαίνουνε
Παρατατικόςδιάβαιναδιάβαινεςδιάβαινεδιαβαίναμεδιαβαίνατεδιάβαιναν / διαβαίναν / διαβαίνανε
Αόριστοςδιάβηκαδιάβηκεςδιάβηκεδιαβήκαμεδιαβήκατεδιάβηκαν / διαβήκαν / διαβήκανε
Μέλλονταςθα διαβαίνω / θα διαβώθα διαβαίνεις / θα διαβείςθα διαβαίνει / θα διαβείθα διαβαίνουμε / θα διαβούμεθα διαβαίνετε / θα διαβείτεθα διαβαίνουν / θα διαβαίνουνε / θα διαβούν / θα διαβούνε
Παρακείμενοςέχω διαβείέχεις διαβείέχει διαβείέχουμε διαβείέχετε διαβεί—
Υπερσυντέλικοςείχα διαβείείχες διαβείείχε διαβείείχαμε διαβεί——
Υποτακτικήνα έχω διαβεί / να διαβαίνω / να διαβώνα έχεις διαβεί / να διαβαίνεις / να διαβείςνα έχει διαβεί / να διαβαίνει / να διαβείνα έχουμε διαβεί / να διαβαίνουμε / να διαβούμενα έχετε διαβεί / να διαβαίνετε / να διαβείτενα διαβαίνουν / να διαβαίνουνε / να διαβούν / να διαβούνε
Προστακτική—διάβα / διάβαινε——διαβαίνετε / διαβείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →