Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διηνεκής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου διαρκεί επ' άπειρον, χωρίς να διακόπτεται, χωρίς σταματημό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διηνεκής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διηνεκής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιηνεκήςδιηνεκήςδιηνεκές
Γενικήδιηνεκούςδιηνεκούςδιηνεκούς
Αιτιατικήδιηνεκήδιηνεκήδιηνεκές
Κλητικήδιηνεκή / διηνεκήςδιηνεκήςδιηνεκές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιηνεκείςδιηνεκείςδιηνεκή
Γενικήδιηνεκώνδιηνεκώνδιηνεκών
Αιτιατικήδιηνεκείςδιηνεκείςδιηνεκή
Κλητικήδιηνεκείςδιηνεκείςδιηνεκή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →