διηνεκής
•
- λόγιοπου διαρκεί επ' άπειρον, χωρίς να διακόπτεται, χωρίς σταματημό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηνεκής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διηνεκής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διηνεκής | διηνεκής | διηνεκές |
| Γενική | διηνεκούς | διηνεκούς | διηνεκούς |
| Αιτιατική | διηνεκή | διηνεκή | διηνεκές |
| Κλητική | διηνεκή / διηνεκής | διηνεκής | διηνεκές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διηνεκείς | διηνεκείς | διηνεκή |
| Γενική | διηνεκών | διηνεκών | διηνεκών |
| Αιτιατική | διηνεκείς | διηνεκείς | διηνεκή |
| Κλητική | διηνεκείς | διηνεκείς | διηνεκή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →