εμποδίζω
•
- θέτω εμπόδια Βικιλεξικό
- γίνομαι εμπόδιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμποδίζω < αρχαία ελληνική ἐμποδίζω < ἐν + πούς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμποδίζω | εμποδίζεις | εμποδίζει | εμποδίζουμε | εμποδίζετε | εμποδίζουν / εμποδίζουνε |
| Παρατατικός | εμπόδιζα | εμπόδιζες | εμπόδιζε | εμποδίζαμε | εμποδίζατε | εμποδίζαν / εμποδίζανε / εμπόδιζαν |
| Αόριστος | εμπόδισα | εμπόδισες | εμπόδισε | εμποδίσαμε | εμποδίσατε | εμποδίσαν / εμποδίσανε / εμπόδισαν |
| Μέλλοντας | θα εμποδίζω / θα εμποδίσω | θα εμποδίζεις / θα εμποδίσεις | θα εμποδίζει / θα εμποδίσει | θα εμποδίζουμε / θα εμποδίσουμε | θα εμποδίζετε / θα εμποδίσετε | θα εμποδίζουν / θα εμποδίζουνε / θα εμποδίσουν / θα εμποδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμποδίσει | έχεις εμποδίσει | έχει εμποδίσει | έχουμε εμποδίσει | έχετε εμποδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμποδίσει | είχες εμποδίσει | είχε εμποδίσει | είχαμε εμποδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμποδίσει / να εμποδίζω / να εμποδίσω | να έχεις εμποδίσει / να εμποδίζεις / να εμποδίσεις | να έχει εμποδίσει / να εμποδίζει / να εμποδίσει | να έχουμε εμποδίσει / να εμποδίζουμε / να εμποδίσουμε | να έχετε εμποδίσει / να εμποδίζετε / να εμποδίσετε | να εμποδίζουν / να εμποδίζουνε / να εμποδίσουν / να εμποδίσουνε |
| Προστακτική | — | εμπόδιζε / εμπόδισε | — | — | εμποδίζετε / εμποδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →