Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εραστής

/e.ɾaˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο Βικιλεξικό
    • αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη
  2. που αγαπάει κάποιο άτομο Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηπου αγαπάει πολύ κάτι Βικιλεξικό
    • Ο Χ / η Χ είναι εραστής της τέχνης (και για τα δύο γένη)
    • Είναι περιβόλι ο Τάσος, έξω καρδιά, εραστής μιας τέχνης που ελάχιστοι την κατέχουν πια. (@enet.gr)
  4. που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα Βικιλεξικό
    • Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (@tovima.gr)

Ετυμολογία

εραστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐραστής (που αγαπάει με πάθος) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amant )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεραστήςεραστές
Γενικήεραστήεραστών
Αιτιατικήεραστήεραστές
Κλητικήεραστήεραστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →