εραστής
•
- που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο Βικιλεξικό
- αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη
- που αγαπάει κάποιο άτομο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου αγαπάει πολύ κάτι Βικιλεξικό
- Ο Χ / η Χ είναι εραστής της τέχνης (και για τα δύο γένη)
- Είναι περιβόλι ο Τάσος, έξω καρδιά, εραστής μιας τέχνης που ελάχιστοι την κατέχουν πια. (@enet.gr)
- που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα Βικιλεξικό
- Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (@tovima.gr)
Ετυμολογία
εραστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐραστής (που αγαπάει με πάθος) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amant )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εραστής | εραστές |
| Γενική | εραστή | εραστών |
| Αιτιατική | εραστή | εραστές |
| Κλητική | εραστή | εραστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →