μήλο
•
- φρούτοο εδώδιμος καρπός της μηλιάς (μηλέας) Βικιλεξικό
- στον πληθυντικότα μήλα του προσώπου: τα ζυγωματικά, το άνω τμήμα των παρειών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μήλο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μῆλον (στον Όμηρο, καρπός, πρόβατο) :* ζυγωματικά < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pomme d΄Adam
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μήλο | μήλα |
| Γενική | μήλου | μήλων |
| Αιτιατική | μήλο | μήλα |
| Κλητική | μήλο | μήλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →