μεθοδεύω
•
- επινοώ τρόπους, για να φέρω το επιθυμητό αποτέλεσμα και τους υλοποιώ με συστηματικό τρόπο Βικιλεξικό
- Πρέπει να μεθοδεύσεις τη λύση του προβλήματος.
- βρίσκω μη συμβατικές ή αμφισβητήσιμης ηθικής μεθόδους, για να αντιμετωπίσω ένα ζήτημα, το λύνω με πλάγιο, έμμεσο τρόπο Βικιλεξικό
- Μεθοδεύουν την απόλυσή μου.
Ετυμολογία
μεθοδεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεθοδεύω (εξετάζω με μέθοδο)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεθοδεύω | μεθοδεύεις | μεθοδεύει | μεθοδεύουμε | μεθοδεύετε | μεθοδεύουν / μεθοδεύουνε |
| Παρατατικός | μεθόδευα | μεθόδευες | μεθόδευε | μεθοδεύαμε | μεθοδεύατε | μεθοδεύαν / μεθοδεύανε / μεθόδευαν |
| Αόριστος | μεθόδευσα | μεθόδευσες | μεθόδευσε | μεθοδεύσαμε | μεθοδεύσατε | μεθοδεύσαν / μεθοδεύσανε / μεθόδευσαν |
| Μέλλοντας | θα μεθοδεύσω / θα μεθοδεύω | θα μεθοδεύεις / θα μεθοδεύσεις | θα μεθοδεύει / θα μεθοδεύσει | θα μεθοδεύουμε / θα μεθοδεύσουμε | θα μεθοδεύετε / θα μεθοδεύσετε | θα μεθοδεύουν / θα μεθοδεύουνε / θα μεθοδεύσουν / θα μεθοδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεθοδεύσει | έχεις μεθοδεύσει | έχει μεθοδεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεθοδεύσει | είχες μεθοδεύσει | είχε μεθοδεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεθοδεύσει / να μεθοδεύσω / να μεθοδεύω | να έχεις μεθοδεύσει / να μεθοδεύεις / να μεθοδεύσεις | να έχει μεθοδεύσει / να μεθοδεύει / να μεθοδεύσει | να μεθοδεύουμε / να μεθοδεύσουμε | να μεθοδεύετε / να μεθοδεύσετε | να μεθοδεύουν / να μεθοδεύουνε / να μεθοδεύσουν / να μεθοδεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε μεθοδευμένο / μεθόδευε / μεθόδευσε | — | — | μεθοδεύετε / μεθοδεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεθοδεύτηκαμεθοδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →