Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθοδεύω

/me.θoˈðe.vo/ρήμα
•
  1. επινοώ τρόπους, για να φέρω το επιθυμητό αποτέλεσμα και τους υλοποιώ με συστηματικό τρόπο Βικιλεξικό
    • Πρέπει να μεθοδεύσεις τη λύση του προβλήματος.
  2. βρίσκω μη συμβατικές ή αμφισβητήσιμης ηθικής μεθόδους, για να αντιμετωπίσω ένα ζήτημα, το λύνω με πλάγιο, έμμεσο τρόπο Βικιλεξικό
    • Μεθοδεύουν την απόλυσή μου.

Ετυμολογία

μεθοδεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεθοδεύω (εξετάζω με μέθοδο)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεθοδεύωμεθοδεύειςμεθοδεύειμεθοδεύουμεμεθοδεύετεμεθοδεύουν / μεθοδεύουνε
Παρατατικόςμεθόδευαμεθόδευεςμεθόδευεμεθοδεύαμεμεθοδεύατεμεθοδεύαν / μεθοδεύανε / μεθόδευαν
Αόριστοςμεθόδευσαμεθόδευσεςμεθόδευσεμεθοδεύσαμεμεθοδεύσατεμεθοδεύσαν / μεθοδεύσανε / μεθόδευσαν
Μέλλονταςθα μεθοδεύσω / θα μεθοδεύωθα μεθοδεύεις / θα μεθοδεύσειςθα μεθοδεύει / θα μεθοδεύσειθα μεθοδεύουμε / θα μεθοδεύσουμεθα μεθοδεύετε / θα μεθοδεύσετεθα μεθοδεύουν / θα μεθοδεύουνε / θα μεθοδεύσουν / θα μεθοδεύσουνε
Παρακείμενοςέχω μεθοδεύσειέχεις μεθοδεύσειέχει μεθοδεύσει———
Υπερσυντέλικοςείχα μεθοδεύσειείχες μεθοδεύσειείχε μεθοδεύσει———
Υποτακτικήνα έχω μεθοδεύσει / να μεθοδεύσω / να μεθοδεύωνα έχεις μεθοδεύσει / να μεθοδεύεις / να μεθοδεύσειςνα έχει μεθοδεύσει / να μεθοδεύει / να μεθοδεύσεινα μεθοδεύουμε / να μεθοδεύσουμενα μεθοδεύετε / να μεθοδεύσετενα μεθοδεύουν / να μεθοδεύουνε / να μεθοδεύσουν / να μεθοδεύσουνε
Προστακτική—έχε μεθοδευμένο / μεθόδευε / μεθόδευσε——μεθοδεύετε / μεθοδεύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μεθοδεύτηκαμεθοδεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →