μπαγκάρω
•
- διαδικτυακή αργκόπαρουσιάζω σφάλματα (μπαγκ) και προβλήματα λειτουργίας Βικιλεξικό
- Δεν ξέρω τι έγινε. Το κινητό μου άρχισε να μπαγκάρει και με πέταξε απ' το τσατ.
Ετυμολογία
μπαγκάρω < μπαγκ + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική bug
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπαγκάρω | μπαγκάρεις | μπαγκάρει | μπαγκάρουμε | μπαγκάρετε | μπαγκάρουν / μπαγκάρουνε |
| Παρατατικός | μπάγκαρα | μπάγκαρες | μπάγκαρε | μπαγκάραμε | μπαγκάρατε | μπάγκαραν / μπαγκάραν / μπαγκάρανε |
| Αόριστος | μπαγκάρισα | μπαγκάρισες | μπαγκάρισε | μπαγκαρίσαμε | μπαγκαρίσατε | μπαγκάρισαν / μπαγκαρίσαν / μπαγκαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα μπαγκάρω / θα μπαγκαρίσω | θα μπαγκάρεις / θα μπαγκαρίσεις | θα μπαγκάρει / θα μπαγκαρίσει | θα μπαγκάρουμε / θα μπαγκαρίσουμε | θα μπαγκάρετε / θα μπαγκαρίσετε | θα μπαγκάρουν / θα μπαγκάρουνε / θα μπαγκαρίσουν / θα μπαγκαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπαγκαρίσει | έχεις μπαγκαρίσει | έχει μπαγκαρίσει | έχουμε μπαγκαρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπαγκαρίσει | είχες μπαγκαρίσει | είχε μπαγκαρίσει | είχαμε μπαγκαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπαγκαρίσει / να μπαγκάρω / να μπαγκαρίσω | να έχεις μπαγκαρίσει / να μπαγκάρεις / να μπαγκαρίσεις | να έχει μπαγκαρίσει / να μπαγκάρει / να μπαγκαρίσει | να έχουμε μπαγκαρίσει / να μπαγκάρουμε / να μπαγκαρίσουμε | να μπαγκάρετε / να μπαγκαρίσετε | να μπαγκάρουν / να μπαγκάρουνε / να μπαγκαρίσουν / να μπαγκαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε μπαγκαρισμένο / μπάγκαρε / μπαγκάρισε | — | — | μπαγκάρετε / μπαγκαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →