Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυθικός

/mi.θiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με μύθους Βικιλεξικό
    • «...Έχεις φυσικό αντιπυρετικό μέσα σου;» χαμογελάει η Μαρία. «Πού ξέρεις; Μπορεί σε μια προηγούμενη ζωή μου να ήμουν ο μυθικός φοίνικας των Ελλήνων που ξαναγεννιόταν συνεχώς από τις στάχτες του» της λέω. «Ή επτάψυχη γάτα ίσως, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν είμαι βέβαιος πόσες ψυχές μου απομένουν». (Κωνσταντίνος Κ. Χαρδαβέλλας, Κώστας Χαρδαβέλλας. Το ζεϊμπέκικο του νικητή, εκδ. Πατάκη, 2017)
  2. που αποτελεί αποκύημα της ανθρώπινης φαντασίας Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου έχει μεγάλο μέγεθος, εξαιρετική δύναμη και αξία και προκαλεί το θαυμασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυθικός < μυθ- (< μύθος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυθικόςμυθικήμυθικό
Γενικήμυθικούμυθικήςμυθικού
Αιτιατικήμυθικόμυθικήμυθικό
Κλητικήμυθικέμυθικήμυθικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυθικοίμυθικέςμυθικά
Γενικήμυθικώνμυθικώνμυθικών
Αιτιατικήμυθικούςμυθικέςμυθικά
Κλητικήμυθικοίμυθικέςμυθικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →