μυθώδης
•
- που έχει τα χαρακτηριστικά του μύθου Βικιλεξικό
- Ως ισοβίως μαθητευόμενο μυθοπλάστη, δέσμιο των Εξαρχείων με κρατούσε ανέκαθεν, εξόν απ' το μεροδούλι, η μυθώδης αύρα αυτής της στριμωγμένης γειτονίτσας (Aύγουστος Κορτώ, στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28 Δεκεμβρίου 2008)
- υπερβολικά μεγάλος, τόσο μεγάλος όσο στα παραμύθια Βικιλεξικό
- μυθώδης περιουσία
Ετυμολογία
μυθώδης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μυθώδης | μυθώδης | μυθώδες |
| Γενική | μυθώδους | μυθώδους | μυθώδους |
| Αιτιατική | μυθώδη | μυθώδη | μυθώδες |
| Κλητική | μυθώδη / μυθώδης | μυθώδης | μυθώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μυθώδεις | μυθώδεις | μυθώδη |
| Γενική | μυθωδών | μυθωδών | μυθωδών |
| Αιτιατική | μυθώδεις | μυθώδεις | μυθώδη |
| Κλητική | μυθώδεις | μυθώδεις | μυθώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →