μυρίζω
•
- αντιλαμβάνομαι με την όσφρηση μία μυρωδιά, οσμή Βικιλεξικό
- μυρίζω το άρωμα των λουλουδιών
- προσπαθώ να αντιληφθώ μία μυρωδιά Βικιλεξικό
- μύρισε αυτό το υγρό, μήπως καταλάβεις τι είναι
- αναδίδω μία μυρωδιά Βικιλεξικό
- τα λουλούδια μυρίζουν όμορφα
- αναδίδω μία δυσάρεστη μυρωδιά Βικιλεξικό
- μου μυρίζει ο ιδρώτας του
- στο γ΄ ενικόυπάρχει μια μυρωδιά, ευχάριστη ή δυσάρεστη Βικιλεξικό
- μύρισε αμέσως η μπόχα
- μεταφορικάαποκτώ ή καταφέρνω κάτι με μη συμβατικό μέσο ή (και) τρόπο Βικιλεξικό
- Ο εργοδότης μου μύρισε ένα κονδύλι του ΟΑΕΔ για να πληρώσει τους νέοπροσληφθέντες.
- στην παθητική φωνήμε διαφορετική σημασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μυρίζω, < αρχαία ελληνική μυρίζω (αλείφω με μύρον)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυρίζω | μυρίζεις | μυρίζει | μυρίζουμε | μυρίζετε | μυρίζουν / μυρίζουνε |
| Παρατατικός | μύριζα | μύριζες | μύριζε | μυρίζαμε | μυρίζατε | μυρίζαν / μυρίζανε / μύριζαν |
| Αόριστος | μύρισα | μύρισες | μύρισε | μυρίσαμε | μυρίσατε | μυρίσαν / μυρίσανε / μύρισαν |
| Μέλλοντας | θα μυρίζω / θα μυρίσω | θα μυρίζεις / θα μυρίσεις | θα μυρίζει / θα μυρίσει | θα μυρίζουμε / θα μυρίσουμε | θα μυρίζετε / θα μυρίσετε | θα μυρίζουν / θα μυρίζουνε / θα μυρίσουν / θα μυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μυρίσει | έχεις μυρίσει | έχει μυρίσει | έχουμε μυρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυρίσει | είχες μυρίσει | είχε μυρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυρίσει / να μυρίζω / να μυρίσω | να έχεις μυρίσει / να μυρίζεις / να μυρίσεις | να έχει μυρίσει / να μυρίζει / να μυρίσει | να έχουμε μυρίσει / να μυρίζουμε / να μυρίσουμε | να μυρίζετε / να μυρίσετε | να μυρίζουν / να μυρίζουνε / να μυρίσουν / να μυρίσουνε |
| Προστακτική | — | μύριζε / μύρισε | — | — | μυρίζετε / μυρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μυρίστηκαμυρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →