βρομάω
•
- έχω άσχημη οσμή Βικιλεξικό
- μεταφορικάυπάρχουν ξεκάθαρα στοιχεία που δείχνουν διαφθορά, ανήθικες πράξεις κλπ. Βικιλεξικό
- η κατάσταση στο κόμμα βρομάει από μακριά
- σαπίζω, χαλάω (κυρίως για φαγητό) Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάείμαι ακάθαρτος, άπλυτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρομάω < βρομ(ώ + -άω → δείτε τη λέξη βρομώ για την ετυμολογία και τη γραφή με όμικρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βρομάω / βρομώ | βρομάς | βρομά / βρομάει | βρομάμε / βρομούμε | βρομάτε | βρομάν / βρομάνε / βρομούν / βρομούνε |
| Παρατατικός | βρομούσα / βρόμαγα | βρομούσες / βρόμαγες | βρομούσε / βρόμαγε | βρομάγαμε / βρομούσαμε | βρομάγατε / βρομούσατε | βρομάγανε / βρομούσαν / βρομούσανε / βρόμαγαν |
| Αόριστος | βρόμησα | βρόμησες | βρόμησε | βρομήσαμε | βρομήσατε | βρομήσαν / βρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα βρομάω / θα βρομήσω / θα βρομώ | θα βρομάς / θα βρομήσεις | θα βρομά / θα βρομάει / θα βρομήσει | θα βρομάμε / θα βρομήσουμε / θα βρομούμε | θα βρομάτε / θα βρομήσετε | θα βρομάν / θα βρομάνε / θα βρομούν / θα βρομούνε |
| Υποτακτική | να βρομάω / να βρομήσω / να βρομώ | να βρομάς / να βρομήσεις | να βρομά / να βρομάει / να βρομήσει | να βρομάμε / να βρομήσουμε / να βρομούμε | να βρομάτε / να βρομήσετε | να βρομάν / να βρομάνε / να βρομούν / να βρομούνε |
| Προστακτική | — | βρόμα / βρόμαγε / βρόμησε | — | — | βρομάτε / βρομήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →