οδικός
•
- που αφορά τις οδούς, τους δρόμους Βικιλεξικό
- οδική ασφάλεια
- οδικό δίκτυο
- Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας ( ΚΟΚ)
- Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. (*)
Ετυμολογία
οδικός < οδός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδικός | οδική | οδικό |
| Γενική | οδικού | οδικής | οδικού |
| Αιτιατική | οδικό | οδική | οδικό |
| Κλητική | οδικέ | οδική | οδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδικοί | οδικές | οδικά |
| Γενική | οδικών | οδικών | οδικών |
| Αιτιατική | οδικούς | οδικές | οδικά |
| Κλητική | οδικοί | οδικές | οδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →