προδικάζω
•
- λόγιοεκφέρω τη γνώμη για ένα θέμα, προκαταβολικά, χωρίς να γνωρίζω την έκβαση αυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προδικάζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική δικάζω < δίκη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προδικάζω | προδικάζεις | προδικάζει | προδικάζουμε | προδικάζετε | προδικάζουν / προδικάζουνε |
| Παρατατικός | προδίκαζα | προδίκαζες | προδίκαζε | προδικάζαμε | προδικάζατε | προδίκαζαν / προδικάζαν / προδικάζανε |
| Αόριστος | προδίκασα | προδίκασες | προδίκασε | προδικάσαμε | προδικάσατε | προδίκασαν / προδικάσαν / προδικάσανε |
| Μέλλοντας | θα προδικάζω / θα προδικάσω | θα προδικάζεις / θα προδικάσεις | θα προδικάζει / θα προδικάσει | θα προδικάζουμε / θα προδικάσουμε | θα προδικάζετε / θα προδικάσετε | θα προδικάζουν / θα προδικάζουνε / θα προδικάσουν / θα προδικάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προδικάσει | έχεις προδικάσει | έχει προδικάσει | έχουμε προδικάσει | έχετε προδικάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προδικάσει | είχες προδικάσει | είχε προδικάσει | είχαμε προδικάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προδικάσει / να προδικάζω / να προδικάσω | να έχεις προδικάσει / να προδικάζεις / να προδικάσεις | να έχει προδικάσει / να προδικάζει / να προδικάσει | να έχουμε προδικάσει / να προδικάζουμε / να προδικάσουμε | να έχετε προδικάσει / να προδικάζετε / να προδικάσετε | να προδικάζουν / να προδικάζουνε / να προδικάσουν / να προδικάσουνε |
| Προστακτική | — | προδίκαζε / προδίκασε | — | — | προδικάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προδικάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →