συναρπάζω
•
- γοητεύω κάποιον σε μεγάλο βαθμό, τον συνεπαίρνω και τον ενθουσιάζω τόσο, ώστε να προσέχει μόνο κάποιο θέμα ή αντικείμενο που βλέπει, ακούει ή διαβάζει, και τίποτε άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναρπάζω < αρχαία ελληνική συναρπάζω < συν- + ἁρπάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναρπάζω | συναρπάζεις | συναρπάζει | συναρπάζουμε | συναρπάζετε | συναρπάζουν / συναρπάζουνε |
| Παρατατικός | συνάρπαζα | συνάρπαζες | συνάρπαζε | συναρπάζαμε | συναρπάζατε | συνάρπαζαν / συναρπάζαν / συναρπάζανε |
| Αόριστος | συνάρπασα | συνάρπασες | συνάρπασε | συναρπάσαμε | συναρπάσατε | συνάρπασαν / συναρπάσαν / συναρπάσανε |
| Μέλλοντας | θα συναρπάζω / θα συναρπάσω | θα συναρπάζεις / θα συναρπάσεις | θα συναρπάζει / θα συναρπάσει | θα συναρπάζουμε / θα συναρπάσουμε | θα συναρπάζετε / θα συναρπάσετε | θα συναρπάζουν / θα συναρπάζουνε / θα συναρπάσουν / θα συναρπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συναρπάσει | έχεις συναρπάσει | έχει συναρπάσει | έχουμε συναρπάσει | έχετε συναρπάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναρπάσει | είχες συναρπάσει | είχε συναρπάσει | είχαμε συναρπάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναρπάσει / να συναρπάζω / να συναρπάσω | να έχεις συναρπάσει / να συναρπάζεις / να συναρπάσεις | να έχει συναρπάσει / να συναρπάζει / να συναρπάσει | να έχουμε συναρπάσει / να συναρπάζουμε / να συναρπάσουμε | να έχετε συναρπάσει / να συναρπάζετε / να συναρπάσετε | να συναρπάζουν / να συναρπάζουνε / να συναρπάσουν / να συναρπάσουνε |
| Προστακτική | — | συνάρπαζε / συνάρπασε | — | — | συναρπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συναρπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →