συνείδηση
•
- η επίγνωση του εαυτού, του περιβάλλοντος, της πραγματικότητας Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επίγνωση του εαυτού, του περιβάλλοντος, της πραγματικότητας Βικιλεξικό
- η ιστορική συνείδηση του έθνους
- Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)# η κατάσταση του ανθρώπου κατά την οποία έχει τις αισθήσεις του και τις πνευματικές του λειτουργίες ανέπαφες
- η λιποθυμία φέρνει απώλεια συνειδήσεως
- η ηθική αντίληψη, η διάκριση του καλού από το κακό Βικιλεξικό
- έχω καθαρή τη συνείδησή μου
- είναι άνθρωπος με συνείδηση
- αίσθημα καθήκοντος Βικιλεξικό
- επαγγελματική συνείδηση
Ετυμολογία
συνείδηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνείδησις < συν- (σύν) + εἴδησις < οἶδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνείδηση | συνειδήσεις |
| Γενική | συνείδησης | συνειδήσεων |
| Αιτιατική | συνείδηση | συνειδήσεις |
| Κλητική | συνείδηση | συνειδήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →