Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσοπάνης

/t͡soˈpa.nis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαεκείνος που βόσκει ή / και φυλάει ένα κοπάδι από γίδια και πρόβατα Βικιλεξικό
    • Πάντως θα πρέπει να γνωρίζει το ΥπΑΑΤ ότι τα τελευταία χρόνια επειδή είναι δύσκολο να βρεθούν εργατικά χέρια (τσοπάνηδες) μεγάλος αριθμός αιγοπροβατοτρόφων στρέφεται στη βοοτροφία, όπου υπάρχουν λιγότερα ζώα και αρμέγματα. Αυτό δείχνουν και τα στοιχεία της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Είναι ευκαιρία λοιπόν να στηρίξει τον Έλληνα βοοτρόφο αυτή την περίοδο το ΥπΑΑΤ. (www.agrotypos.gr, 04.01.2022)
    • Μιὰ φορὰ ἦταν ἕνας τσοπάνης, κι' εἶχε τὴ στάνη του ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ κι' ἔβοσκε τὰ πρόβατά του (Βασική βιβλιοθήκη "Αετού": Σειρά πρώτη, τόμος 48, εκδ. οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, 1957, σελ. 233)
    • Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915)
  2. μειωτικόαγροίκος, άξεστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσοπάνης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چوبان (τουρκική çoban, προφορά /t͡soˈban/) με αποηχηροποίηση [b] > [p] + -ης < περσική چوپان (čupân) < μέση περσική 𐫢𐫇𐫁𐫀𐫗 (šubān)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσοπάνηςτσοπάνηδες / τσοπαναραίοι
Γενικήτσοπάνητσοπάνηδων / τσοπαναραίων
Αιτιατικήτσοπάνητσοπάνηδες / τσοπαναραίους
Κλητικήτσοπάνητσοπάνηδες / τσοπαναραίοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →