χρήση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ Βικιλεξικό
- οικονομίαοι οικονομικές δραστηριότητες και δικαιώματα ενός έτους (ή άλλου χρονικού διαστήματος), ιδίως στα πλαίσια προϋπολογισμών και ισολογισμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρήση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρῆσις < χρῶμαι < χρή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρήση | χρήσεις |
| Γενική | χρήσης | χρήσεων |
| Αιτιατική | χρήση | χρήσεις |
| Κλητική | χρήση | χρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →