Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ώση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια της ώθησης Βικιλεξικό
    • Οι ίδιοι κίνδυνοι ανακύπτουν όταν ελικοφόρα χρησιμοποιούν ανάστροφη ώση, αφού λόγω αυτής δημιουργείται ένας δυνατός άνεμος με κατεύθυνση προς τα πίσω (‘prop wash’ - ελικόρευμα), ο οποίος έχει παρόμοιες επιπτώσεις με το ‘jet blast’. (*)
  2. φυσικήώση (αλλά και ώθηση) είναι η μεταβολή της ορμής με άσκηση κάποιας δύναμης και συμβόλίζεται με κεφαλαίο Ωμέγα (Ω) Βικιλεξικό
  3. ιατρικήτο κύμα της έξαρσης μιας νόσου Βικιλεξικό
    • η επανεμφάνιση συμπτωμάτων κατά ώσεις (η διακύμανση της νόσου με περιόδους ύφεσης και έξαρσης)
  4. σε διάφορες επιστήμες η ώση είναι η νευρική διέγερση και το ερέθισμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ώση < αρχαία ελληνική ὦσις < ὠθέω-ὠθῶ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →