ώση
•
- η ενέργεια της ώθησης Βικιλεξικό
- Οι ίδιοι κίνδυνοι ανακύπτουν όταν ελικοφόρα χρησιμοποιούν ανάστροφη ώση, αφού λόγω αυτής δημιουργείται ένας δυνατός άνεμος με κατεύθυνση προς τα πίσω (‘prop wash’ - ελικόρευμα), ο οποίος έχει παρόμοιες επιπτώσεις με το ‘jet blast’. (*)
- φυσικήώση (αλλά και ώθηση) είναι η μεταβολή της ορμής με άσκηση κάποιας δύναμης και συμβόλίζεται με κεφαλαίο Ωμέγα (Ω) Βικιλεξικό
- ιατρικήτο κύμα της έξαρσης μιας νόσου Βικιλεξικό
- η επανεμφάνιση συμπτωμάτων κατά ώσεις (η διακύμανση της νόσου με περιόδους ύφεσης και έξαρσης)
- σε διάφορες επιστήμες η ώση είναι η νευρική διέγερση και το ερέθισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ώση < αρχαία ελληνική ὦσις < ὠθέω-ὠθῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →