έχω
•
- κρατώ μαζί μου ή πάνω μου Βικιλεξικό
- Μήπως έχεις ένα στυλό;
- κατέχω κάτι, είμαι ιδιοκτήτης Βικιλεξικό
- έχω αυτοκίνητο / σπίτι
- διατηρώ συγγενική / φιλική / ερωτική σχέση Βικιλεξικό
- δεν έχει οικογένεια
- αισθάνομαι / συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά Βικιλεξικό
- Τι έχεις και δε μας μιλάς;
- Τις τελευταίες μέρες έχει πολλά νεύρα.
- υποφέρω από κάτι Βικιλεξικό
- έχω πονοκέφαλο
- οφείλω, πρέπει να κάνω κάτι Βικιλεξικό
- Έχω δουλειά τώρα, δεν μπορώ.
- γραμματικήβοηθητικό ρήμα στους σύνθετους χρόνους Βικιλεξικό
- έχω διαβάσει (παρακείμενος)
- είχες πει (υπερσυντέλικος)
- θα έχει χιονίσει (συντελεσμένος μέλλοντας)
Ετυμολογία
έχω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | έχω | έχεις | έχει | έχουμε | έχετε | έχουν / έχουνε |
| Παρατατικός | είχα | είχες | είχε | είχαμε | είχατε | είχαν / είχανε |
| Μέλλοντας | θα έχω | θα έχεις | θα έχει | θα έχουμε | θα έχετε | θα έχουν / θα έχουνε |
| Υποτακτική | να έχω | να έχεις | να έχει | να έχουμε | να έχετε | να έχουν / να έχουνε |
| Προστακτική | — | έχε | — | — | έχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →