Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειμώνας

/çiˈmo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η εποχή του έτους, μετά το φθινόπωρο και πριν την άνοιξη, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε χαμηλότερη θέση στον ουρανό σε σχέση με τον υπόλοιπο χρόνο και επικρατούν χαμηλότερες θερμοκρασίες, η ψυχρότερη εποχή του έτους Βικιλεξικό
    • Μήνες πέρασαν από το θάνατο της δόλιας της Μάνας, την άνοιξη δέχτηκε το καλοκαίρι, και το καλοκαίρι ο χινόπωρος, και το χινόπωρο ο χειμώνας. (Χρ. Χρηστοβασίλης "Διηγήματα της Ξενιτειάς", 1907)
  2. μεταφορικάο κακός καιρός, η κακοκαιρία Βικιλεξικό
    • Έπιασε χειμώνας Μάη μήνα!
  3. κατ’ επέκτασηοι δυσκολίες Βικιλεξικό
    • Μα για το Δάφνη και τη Χλόη έρχεται χειμώνας πιο πικραμένος κι από τον πόλεμο.
  4. τα γηρατειά (με τις ηλικίες ανά εποχές, π.χ. την εφηβεία και τα νιάτα να ταυτίζονται με την άνοιξη) Βικιλεξικό
  5. τρόπος να μετράει κάποιος το χρόνο, τη διάρκεια Βικιλεξικό
    • Πέρασαν δυο καλοκαίρια κι ένας χειμώνας
    • Ήλθεν ένας χειμώνας, ήλθεν ένα καλοκαίρι, ήλθεν άλλος χειμώνας, ήλθεν άλλο καλοκαίρι, ο Στεφανάκης τους έστελνεν από τα Χριστούγεννα εις την Λαμπρή... (Αλεξ. Μωραϊτίδης, "Διηγήματα", 1921)
    • Ενω, εάν αριθμή τις, ως εγώ εις την παρούσαν ιστορίαν, κατά θέρη και χειμώνας, υπολογίζων έκαστον θέρος και έκαστον χειμώνα ως ισοδυναμούντα προς ήμισυ έτος, θα εύρη ότι ο πρώτος ούτος πόλεμος διήρκεσε δέκα θέρη και δέκα χειμώνας. (Θουκυδίδης, Πελοποννησιακός Πόλεμος, Ε20, μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου)

Ετυμολογία

χειμώνας < μεσαιωνική ελληνική χειμώνας < αρχαία ελληνική χειμών

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχειμώναςχειμώνες
Γενικήχειμώναχειμώνων
Αιτιατικήχειμώναχειμώνες
Κλητικήχειμώναχειμώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →