Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έκπτυξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έκταση, άνοιγμα, άπλωμα, διόγκωση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανάπτυξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έκπτυξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκπτυξις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέκπτυξηεκπτύξεις
Γενικήέκπτυξηςεκπτύξεων
Αιτιατικήέκπτυξηεκπτύξεις
Κλητικήέκπτυξηεκπτύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →