αδυσώπητος
•
- που δεν δείχνει έλεος, λύπηση Βικιλεξικό
- όσοι ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον, ας προσγειωθούν στην αδυσώπητη πραγματικότητα (Έρμαιο των ... ταλιμπάν, Εθνοσπόρ, 4 Απριλίου 2011)
Ετυμολογία
αδυσώπητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδυσώπητος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδυσώπητος | αδυσώπητη | αδυσώπητο |
| Γενική | αδυσώπητου | αδυσώπητης | αδυσώπητου |
| Αιτιατική | αδυσώπητο | αδυσώπητη | αδυσώπητο |
| Κλητική | αδυσώπητε | αδυσώπητη | αδυσώπητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδυσώπητοι | αδυσώπητες | αδυσώπητα |
| Γενική | αδυσώπητων | αδυσώπητων | αδυσώπητων |
| Αιτιατική | αδυσώπητους | αδυσώπητες | αδυσώπητα |
| Κλητική | αδυσώπητοι | αδυσώπητες | αδυσώπητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →