Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεντρό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότο δέντρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεντρό < δέντρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδεντρόδεντρά
Γενικήδεντρούδεντρών
Αιτιατικήδεντρόδεντρά
Κλητικήδεντρόδεντρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δέντρο

/ˈðen.dɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βοτανικήφυτό του οποίου ο κορμός έχει κλαδιά και φύλλα από ένα ορισμένο ύψος και πάνω Βικιλεξικό
    • Οι μουριές είναι τραγωδία τώρα το χειμώνα, δεν υπάρχει δέντρο με πιο άχαρα γυμνά κλωνιά.
    • Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015)
  2. μεταφορικάγραφική απεικόνιση που παρουσιάζει ανάλογα χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
    • γενεαλογικό δέντρο
  3. πληροφορικήαφηρημένος τύπος δεδομένων, με ιεραρχική δομή, όπου κάθε κόμβος έχει μηδέν ή περισσότερους κόμβους ως παιδιά Βικιλεξικό
    • υπώνυμα: δυαδικό δέντρο

Ετυμολογία

δέντρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δέντρο(ν) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δένδρον που προφερόταν με [nd] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *der-drew- < *dóru (δέντρο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδέντροδέντρα
Γενικήδέντρουδέντρων
Αιτιατικήδέντροδέντρα
Κλητικήδέντροδέντρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →