υμνώ
•
- ψάλλω ύμνο (στην εκκλησία) Βικιλεξικό
- μεταφορικάμιλάω επαινετικά για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- ο Σολωμός ύμνησε τον αγώνα των πολιορκημένων Μεσσολογγιτών
Ετυμολογία
υμνώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑμνῶ, συνηρημένος τύπος του ὑμνέω < ὕμνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sh₂em (τραγουδώ)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υμνώ | υμνείς | υμνεί | υμνούμε | υμνείτε | υμνούν / υμνούνε |
| Παρατατικός | υμνούσα | υμνούσες | υμνούσε | υμνούσαμε | υμνούσατε | υμνούσαν / υμνούσανε |
| Αόριστος | ύμνησα | ύμνησες | ύμνησε | υμνήσαμε | υμνήσατε | υμνήσαν / υμνήσανε / ύμνησαν |
| Μέλλοντας | θα υμνήσω / θα υμνώ | θα υμνήσεις / θα υμνείς | θα υμνήσει / θα υμνεί | θα υμνήσουμε / θα υμνούμε | θα υμνήσετε / θα υμνείτε | θα υμνήσουν / θα υμνήσουνε / θα υμνούν / θα υμνούνε |
| Παρακείμενος | έχω υμνήσει | έχεις υμνήσει | έχει υμνήσει | έχουμε υμνήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υμνήσει | είχες υμνήσει | είχε υμνήσει | είχαμε υμνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υμνήσει / να υμνήσω / να υμνώ | να έχεις υμνήσει / να υμνήσεις / να υμνείς | να έχει υμνήσει / να υμνήσει / να υμνεί | να έχουμε υμνήσει / να υμνήσουμε / να υμνούμε | να υμνήσετε / να υμνείτε | να υμνήσουν / να υμνήσουνε / να υμνούν / να υμνούνε |
| Προστακτική | — | ύμνησε | — | — | υμνήστε / υμνείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υμνήθηκαυμνούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →