καθήκον
•
- αυτό που οφείλει να πράξει κάποιος, ακολουθώντας γραπτούς ή άγραφους κανόνες, τη συνείδηση ή τη θρησκεία, την κοινωνία, το έθιμο ή τον ηθικό νόμο Βικιλεξικό
- επαγγελματικά καθήκοντα, οικογενειακό καθήκον, ηθικό καθήκον
- Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)
- η υπηρεσία ενός λειτουργού ή δημόσιο αξίωμα Βικιλεξικό
- οι εργασίες για το σπίτι ενός μαθητή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθήκον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τα καθήκοντα < μετοχή του καθήκω (είμαι κατάλληλος για κάτι) : (υπηρεσία λειτουργού) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική office : (εργασίες μαθητή) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική devoirs
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθήκον | καθήκοντα |
| Γενική | καθήκοντος | καθηκόντων |
| Αιτιατική | καθήκον | καθήκοντα |
| Κλητική | καθήκον | καθήκοντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →