κεντάω
•
- περνάω με βελόνα χρωματιστές κλωστές σε ένα ύφασμα και δημιουργώ ένα διακοσμητικό σχέδιο· φτιάχνω ένα κέντημα Βικιλεξικό
- 19ος/20ος αιώνας, Αργύρης Εφταλιώτης (1911) Η Αγγέλικα! [διήγημα], από τη συλλογή Νησιώτικες ιστορίες
- (μεταφορικά) παράγω ένα αξιοθαύμαστο στις λεπτομέρειές του αποτέλεσμα
- πιέζω με αιχμηρό αντικείμενο Βικιλεξικό
- (μεταφορικά) προκαλώ οξύ πόνο σε ένα σημείο πιέζοντας με κάτι αιχμηρό (λέγεται και όταν ο πόνος έχει εσωτερική αιτία)
Ετυμολογία
κεντάω < κεντ(ώ) + -άω :* για το κέντημα σε ύφασμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κεντῶ < αρχαία ελληνική κεντῶ> :* για την πίεση με αιχμηρό όργανο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κεντῶ, συνηρημένος τύπος του κεντέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱent-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κεντάω / κεντώ | κεντάς | κεντά / κεντάει | κεντάμε / κεντούμε | κεντάτε | κεντάν / κεντάνε / κεντούν / κεντούνε |
| Παρατατικός | κένταγα / κεντούσα | κένταγες / κεντούσες | κένταγε / κεντούσε | κεντάγαμε / κεντούσαμε | κεντάγατε / κεντούσατε | κένταγαν / κεντάγανε / κεντούσαν / κεντούσανε |
| Αόριστος | κέντησα | κέντησες | κέντησε | κεντήσαμε | κεντήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα κεντάω / θα κεντήσω / θα κεντώ | θα κεντάς / θα κεντήσεις | θα κεντά / θα κεντάει / θα κεντήσει | θα κεντάμε / θα κεντήσουμε / θα κεντούμε | θα κεντάτε / θα κεντήσετε | θα κεντάν / θα κεντάνε / θα κεντούν / θα κεντούνε |
| Υποτακτική | να κεντάω / να κεντήσω / να κεντώ | να κεντάς / να κεντήσεις | να κεντά / να κεντάει / να κεντήσει | να κεντάμε / να κεντήσουμε / να κεντούμε | να κεντάτε / να κεντήσετε | να κεντάν / να κεντάνε / να κεντούν / να κεντούνε |
| Προστακτική | — | κέντα / κένταγε / κέντησε | — | — | κεντάτε / κεντήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κεντήθηκακεντιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →